Καμπαρετζού-Πως με βλέπουν στην γειτονιά μου
Η καθημερινή διαδρομή για τα ψώνια και τον καφέ ήταν μια σιωπηλή παρέλαση μέσα στο γκρίζο της υποβαθμισμένης γειτονιάς. Το καλάθι στο χέρι, το βήμα σταθερό, και γύρω οι άντρες της συνοικίας, εγκλωβισμένοι στις μικρές, μίζερες ζωές τους, να μεταμορφώνονται σε θεατές της ίδιας παράστασης. Με ήξεραν. Όλοι ήξεραν τη δουλειά μου στο καμπαρέ. Το βλέμμα τους δεν είχε καμία σχέση με τον τρόπο που κοιτούσαν τις «καθωσπρέπει» γυναίκες τους, εκείνες που είχαν μάθει να είναι αόρατες. Στα δικά μου μάτια έβλεπαν κάτι άλλο. Το βλέμμα τους ήταν ένα παράξενο, νοσηρό κράμα: μισό υποτίμηση, μισό παρακάκληση.
Όταν περπατούσα σε αυτή τη γειτονιά, το καλάθι των ψωνιών ένιωθα να ζυγίζει τόνους, όχι από τα πράγματα, αλλά από τα βλέμματα που καρφώνονταν πάνω μου. Ένιωθα σαν να περπατώ γυμνή πάνω σε σπασμένα γυαλιά. Η υποτίμησή τους με πλήγωνε με έναν τρόπο βαθύ, βουβό, γεννώντας μέσα μου μια παγωμένη μοναξιά. Με θεωρούσαν «δεύτερη», μια γυναίκα μειωμένης αξίας, κι αυτό με έκανε να σφίγγω τα δόντια για να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου όρθια. Ήμουν το «κακό παράδειγμα» της εύκολης ηθικής του πεζοδρομίου. Με το που περνούσα, έσφιγγαν τα χείλη, ψιθύριζαν μεταξύ τους, ένιωθαν ανώτεροι. Αυτή η περιφρόνηση ήταν η ασπίδα τους, ο τρόπος τους να κρύψουν τη δική τους αποτυχία, τη δική τους φτήνια, φορτώνοντάς τη πάνω μου.
Αμέσως μετά όμως, στα ίδια ακριβώς μάτια, ξεπηδούσε η ικεσία. Ένα βλέμμα σχεδόν σκυλίσιο, γεμάτο προσμονή, «μπας και τους κάτσω». Αυτό το παρακαλητό τους, αυτή η λιγούρα, μου προκαλούσε μια βαθιά, σιχαμερή ασφυξία. Με έκανε να νιώθω λερωμένη χωρίς να με έχουν αγγίξει. Ένιωθα θυμό για την υποκρισία τους—οι ίδιοι που με έφτυναν πίσω από την πλάτη μου, ίδρωναν και μόνο στην ιδέα να τους δώσω σημασία. Ήμουν η απαγορευμένη φαντασίωση που θα τους έκανε να νιώσουν, έστω για λίγο, ζωντανοί και δυνατοί.
Αυτή η πίεση κορυφωνόταν τα Σάββατα το μεσημέρι, την πιο ζωντανή και ταυτόχρονα την πιο εφιαλτική ώρα της γειτονιάς. Η αγορά ξεχείλιζε από κόσμο και ο ήλιος φώτιζε κάθε λεπτομέρεια, χωρίς να αφήνει χώρο για να κρυφτείς. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια μέρα που στάθηκα στην ουρά έξω από το κρεοπωλείο. Δίπλα μου, δύο άντρες μεσήλικες σταμάτησαν την κουβέντα τους. Ο ένας με κοίταξε υποτιμητικά από την κορυφή ως τα νύχια και έφτυσε επιδεικτικά στον δρόμο: «Δες την, η βρώμα της νύχτας». Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος, αλλά κράτησα το βλέμμα μου καρφωμένο μπροστά. Αμέσως μετά όμως, μόλις ο άλλος γύρισε την πλάτη του, έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου. Το βλέμμα του έγινε θολό, υγρό. Με πλησίασε τόσο κοντά που ένιωσα την ανάσα του. «Κούκλα μου, πότε δουλεύεις; Θα έρθω απόψε... αν θες, πάμε και κάπου αλλού μετά», ψιθύρισε, με μια φωνή που έσταζε παράκληση.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ταυτόχρονα το σκουπίδι που όλοι είχαν δικαίωμα να φτύσουν και το θήραμα που όλοι ήθελαν να κατασπαράξουν. Όταν έπαιρνα τον καφέ μου, το φλιτζάνι έτρεμε ελάχιστα στα δάχτυλά μου. Όχι από φόβο, αλλά από την υπερπροσπάθεια να μείνω ανέγγιχτη, κουβαλώντας στις πλάτες μου όλες τις απωθημένες, βρώμικες επιθυμίες μιας ολόκληρης συνοικίας.
Το βράδυ, το σκηνικό άλλαζε, αλλά οι άνθρωποι παρέμεναν οι ίδιοι. Μέσα στο καμπαρέ, κάτω από τα κόκκινα, θαμπά φώτα και την αποπνικτική κάψα του τσιγάρου, η δική μου κυριαρχία ξεκινούσε εκεί που τελείωνε η δική τους ντροπή. Όταν ανέβαινα στη σκηνή, τους έβλεπα στα πρώτα τραπέζια. Ήταν οι ίδιοι άντρες. Τώρα, όμως, η υποτιμητική τους στάση είχε εξαφανιστεί, πνιγμένη στο ουίσκι και στο σκοτάδι. Είχαν βγάλει τη μάσκα του οικογενειάρχη. Καθισμένοι στις καρέκλες τους, με τα μάτια γουρλωμένα, άνοιγαν μπουκάλια και πετούσαν λουλούδια, έτοιμοι να ξοδέψουν το μεροκάματο όλης της εβδομάδας μόνο και μόνο για να τους ρίξω μια ματιά.
Ένα τέτοιο βράδυ κάθισα στο τραπέζι του κυρ-Μιχάλη, του παντοπώλη της γωνίας. Ήταν ο ίδιος που το πρωί μου πέταξε τα ρέστα στον πάγκο σαν να ήμουν λεπρή, επειδή δίπλα του στεκόταν μια άλλη γειτόνισσα. Τώρα, το πρόσωπό του ήταν αναμμένο από το αλκοόλ και η ματιά του έσταζε μια λιπαρή υποταγή.
— «Ήξερα ότι θα έρθεις, Στέλλα», ψιθύρισε με φωνή που εκλιπαρούσε. «Σε έβλεπα σήμερα το πρωί... Θεέ μου, πώς περπατάς έτσι. Με τρελαίνεις».
Έβαλα το επαγγελματικό μου χαμόγελο, αυτό που μοιάζει με μαχαίρι, και τον κοίταξα ίσια στα μάτια, νιώθοντας μια βαθιά ναυτία αλλά και μια παγωμένη υπεροχή.
— «Το πρωί, κυρ-Μιχάλη, ούτε καλημέρα δεν μου είπες. Ξέχασες πώς με λένε;» του είπα σιγανά.
Κατάπιε με δυσκολία, άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι, προσπαθώντας να αγγίξει τα δάχτυλά μου με μια κίνηση σχεδόν σπασμωδική.
— «Μη με λες έτσι εδώ μέσα... Εδώ είμαι άλλος. Ξέρεις πώς είναι η ζωή μου εκεί έξω; Κόλαση. Μια γυναίκα που με γκρινιάζει, τα χρέη, η μιζέρια. Εσύ είσαι φως, κορίτσι μου. Πες μου τι θέλεις. Μόνο μη μου φύγεις. Κάτσε λίγο μαζί μου. Μετά τη δουλειά... έλα να σε πάω εγώ σπίτι».
Το «μπας και τους κάτσω» της μέρας είχε γίνει τώρα ένας θλιβερός, ξεπεσμένος μονόλογος. Με κοιτούσε σαν τον σωτήρα του, έτοιμος να ξεφτιλιστεί για μια ώρα ψεύτικης προσοχής.
— «Η ώρα μου τελείωσε, κυρ-Μιχάλη», του είπα κοφτά, τραβώντας το χέρι μου πριν με ακουμπήσει. «Πρέπει να πάω στο επόμενο τραπέζι».
Τον άφησα εκεί, να με κοιτάζει με τα μάτια του δαρμένου σκυλιού, να βυθίζεται ξανά στην ανώνυμη μιζέρια του. Ένιωθα μια άγρια, εκδικητική ικανοποίηση να τους βλέπω έτσι, τόσο μικρούς, τόσο ξεγυμνωμένους από την ψεύτικη αξιοπρέπειά τους.
Όμως, πίσω από την ικανοποίηση, η σιχασιά επέστρεφε πιο βαριά. Κατάλαβαινα πως όλη αυτή η λατρεία ήταν εξίσου βρώμικη με την περιφρόνησή τους. Δεν λάτρευαν εμένα· λάτρευαν την ψευδαίσθηση της δύναμης που αγόραζαν, τη δυνατότητα να ακουμπήσουν το «απαγορευμένο». Κι εγώ, χαμογελώντας κάτω από το βαρύ μακιγιάζ, ένιωθα μια απέραντη παγωνιά και μια τεράστια, εξαντλητική κούραση. Ήμουν η «καμπαρετζού», το δικό τους εξιλαστήριο θύμα και ο δικός τους κρυφός παράδεισος, ξέροντας καλά ότι το επόμενο πρωί, στο φως του ήλιου, θα γινόμουν ξανά η «βρώμικη» της γειτονιάς τους.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου