Η Μοναξιά της Νύχτας: Ιστορίες από ένα Καμπαρέ και η Κονσομασιόν της Επιβίωσης
Η Αντίθεση των Κόσμων μας, Το Παιχνίδι των Ορίων στη Νύχτα, Το Ξημέρωμα και η Μεταμόρφωση της Στέλλας.
Το ρολόι του τοίχου, πνιγμένο στους καπνούς και στα κόκκινα φώτα, έδειχνε περασμένες δώδεκα όταν η πόρτα του καμπαρέ άνοιξε. Ο Μπάμπης μπήκε φέρνοντας μαζί του μια βαριά, σχεδόν αποπνικτική μυρωδιά: ακριβή αλλά φτηνιάρικη κολόνια, τσιγάρο και εκείνη την κλεισούρα των υφασμάτων που στοιβάζονταν στις αποθήκες του. Ήταν ένας μικρομεσαίος έμπορος με τσέπες γεμάτες, αλλά με μια ψυχή που έσταζε μιζέρια και ανασφάλεια.
Ισέπνευσα βαθιά, φόρεσα το επαγγελματικό μου χαμόγελο και έφτιαξα το φόρεμά μου. Ήταν ένα μαύρο, στενό σατέν, με ένα σκίσιμο που ανέβαινε προκλητικά ψηλά στον μηρό και ένα ντεκολτέ που άφηνε το στήθος μου σε πρώτο πλάνο, έτοιμο να μαγνητίσει το βλέμμα του.
Ξέρω καλά ποια είναι η δουλειά μου στην κονσομασιόν. Δεν πουλάω έρωτα, πουλάω την ψευδαίσθηση της προσοχής, και για να την αγοράσουν, πρέπει πρώτα να τους δελεάσω με τη σάρκα μου. Χρειαζόμουν τα λεφτά του —το νοίκι έτρεχε, οι λογαριασμοί με έπνιγαν— και ήμουν διατεθειμένη να χρησιμοποιήσω κάθε όπλο που διέθετα. Καθώς κάθισα δίπλα του, σταύρωσα επιδεικτικά τα πόδια μου, αφήνοντας το σκίσιμο να αποκαλύψει τα μπούτια μου, και έγειρα ελαφρώς μπροστά, προσφέροντάς του τη θέα που ήθελε.
Από το βάθος του μπαρ, το μάτι του αφεντικού, του κυρ-Αντώνη, καρφώθηκε πάνω μας. Μου έγνεψε ελάχιστα με το κεφάλι, ένα βλέμμα γεμάτο νόημα που έλεγε: «Άρμεξέ τον, είναι η κότα με τα χρυσά αυγά, αλλά κράτα τον ζεστό». Ο Αντώνης ήξερε πως ο Μπάμπης άφησε το μισό του μεροκάματο στο μαγαζί κάθε φορά που έκλαιγε στον ώμο μου.
Η Αντίθεση των Κόσμων μας
Πέταξε ένα μάτσο χαρτονομίσματα στο τραπέζι, μια κίνηση επίδειξης για να καλύψει το γεγονός ότι έτρεμε από ντροπή και μοναξιά. Φώναξε τον σερβιτόρο χωρίς καν να με κοιτάξει στα μάτια, λες και φοβόταν να δει την αλήθεια μου.
— Μπάμπης: «Φέρε στην κοπέλα ό,τι τραβάει η ψυχή της! Κάνε τα δύο, κάνε τα τρία! Ο Μπάμπης πληρώνει απόψε, κι ας καταστρεφόμαστε!»
— Εγώ (με βελούδινη φωνή, ακουμπώντας το χέρι μου στο γόνατό του): «Να 'σαι καλά, Μπάμπη μου. Πάντα κουβαρντάς. Πώς πήγε η μέρα στο μαγαζί;»
— Εγώ (με βελούδινη φωνή, ακουμπώντας το χέρι μου στο γόνατό του): «Να 'σαι καλά, Μπάμπη μου. Πάντα κουβαρντάς. Πώς πήγε η μέρα στο μαγαζί;»
Ήλπιζα σε μια απλή απάντηση, αλλά ο Μπάμπης δεν έψαχνε διάλογο· έψαχνε έναν κάδο απορριμμάτων για τα πλούσια σκουπίδια της ψυχής του.
— Μπάμπης: «Τι να πάει, κορίτσι μου; Καταστροφή! Η εφορία μας πήρε και τα σώβρακα. Ήρθε ο λογαριασμός του ρεύματος στο μαγαζί και έπαθα εγκεφαλικό. Δεν βγαίνω, σου λέω, θα μαζεύω τα τόπια τα υφάσματα από τον δρόμο στο τέλος!»
Κοίταξα τα χοντρά χαρτονομίσματα που ήταν παρατημένα δίπλα στο τασάκι. Ένιωσα μια ξαφνική ηλεκτρική εκκένωση θυμού να με διαπερνά. Με αυτά τα λεφτά, εγώ θα περνούσα δύο μήνες χωρίς να τρέμω για το αν θα μου κόψουν το ρεύμα στο δυαράκι μου. Εκείνος τα έκλαιγε, ενώ ταυτόχρονα τα σκόρπιζε για να εξαγοράσει την ακοή μου.
— Εγώ (πιέζοντας το στήθος μου ελαφρώς πάνω στο μπράτσο του για να τον ηρεμήσω): «Δύσκολα τα πράγματα, ε; Όλος ο κόσμος ζορίζεται τώρα, Μπάμπη μου...»
— Μπάμπης (διακόπτοντας με παράπονο, με τα μάτια του να καρφώνονται για δευτερόλεπτα στο ντεκολτέ μου πριν ξαναβουτήξουν στη μιζέρια): «Τι ξέρεις εσύ από ζόρι; Εμένα η γυναίκα μου μου ζητάει διαζύγιο και θέλει το μισό σπίτι στα βόρεια προάστια. Τα παιδιά μου με παίρνουν τηλέφωνο μόνο όταν μπλοκάρει η πιστωτική τους. Κανείς δεν με αγαπάει, ρε γαμώτο, μόνο για το πορτοφόλι μου με θέλουν!»
— Μπάμπης (διακόπτοντας με παράπονο, με τα μάτια του να καρφώνονται για δευτερόλεπτα στο ντεκολτέ μου πριν ξαναβουτήξουν στη μιζέρια): «Τι ξέρεις εσύ από ζόρι; Εμένα η γυναίκα μου μου ζητάει διαζύγιο και θέλει το μισό σπίτι στα βόρεια προάστια. Τα παιδιά μου με παίρνουν τηλέφωνο μόνο όταν μπλοκάρει η πιστωτική τους. Κανείς δεν με αγαπάει, ρε γαμώτο, μόνο για το πορτοφόλι μου με θέλουν!»
Το Παιχνίδι των Ορίων
Καθώς το αλκοόλ άρχισε να τον ζεσταίνει, η θλίψη του Μπάμπη μετατράπηκε σε μια αδέξια, πιεστική ανάγκη για επαφή. Ένιωσα το χοντρό, ιδρωμένο χέρι του να γλιστράει από τον ώμο μου και να κατεβαίνει προς την πλάτη μου, προσπαθώντας να με τραβήξει πιο κοντά, ενώ το άλλο του χέρι απλώθηκε τολμηρά προς το σκίσιμο του φορέματός μου, αγγίζοντας το γυμνό μου μπούτι.
Η νύχτα έχει κανόνες. Αν τον άφηνα να πάρει αυτό που ήθελε, το παιχνίδι θα τελείωνε εκεί και θα έχανα την αξία μου. Αν τον απωθούσα απότομα, θα πληγωνόταν ο εγωισμός του, θα μαζευόταν και θα έφευγε. Έπρεπε να κάνω ελιγμό.
Με μια ανάλαφρη, σχεδόν παιχνιδιάρικη κίνηση, έπιασα το χέρι του από το μπούτι μου και το έφερα στα χείλη μου, δίνοντάς του ένα απαλό φιλί στην ανάποδη πλευρά της παλάμης. Ταυτόχρονα, μετακινήθηκα ελάχιστα, δήθεν για να πιάσω το ποτήρι μου, αναγκάζοντάς τον να τραβήξει το χέρι του από την πλάτη μου.
— Εγώ (κοιτάζοντάς τον στα μάτια με ένα γεμάτο υπόσχεση αλλά αυστηρό βλέμμα): «Μπάμπη μου, είσαι τόσο ξεχωριστός άντρας... Μην βιάζεσαι. Μου αρέσει να σε ακούω, να σε νιώθω δίπλα μου. Αν χάσουμε τις στιγμές μας στις βιασύνες, τι θα μας μείνει;»
— Μπάμπης (ρουφώντας τη δικαιολογία σαν διψασμένος, αν και το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στο στήθος μου): «Έχεις δίκιο, κορίτσι μου... είσαι το μόνο καθαρό πράγμα εδώ μέσα.»
— Μπάμπης (ρουφώντας τη δικαιολογία σαν διψασμένος, αν και το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στο στήθος μου): «Έχεις δίκιο, κορίτσι μου... είσαι το μόνο καθαρό πράγμα εδώ μέσα.»
Για να τον κρατήσω απασχολημένο, έγειρα ξανά μπροστά, αφήνοντας το ντεκολτέ μου να κάνει όλη τη δουλειά της απόστασης, προσφέροντάς του οπτική ικανοποίηση αντί για σωματική. Η τακτική έπιασε. Το χέρι του πήγε κατευθείαν στην τσέπη.
— Μπάμπης (σπρώχνοντας ένα ακόμα κατοστάρικο βαθιά μέσα στο μπούστο μου, νιώθοντας το δέρμα μου): «Να, πάρε... πήγαινε να πάρεις ένα φόρεμα, αν και αυτό που φοράς σου πάει πολύ. Εσύ τουλάχιστον με ακούς. Οι άλλοι έξω είναι λύκοι. Η ζωή με αδίκησε, κορίτσι μου, με ρήμαξε, κι ας λένε όλοι ότι έχω παράδες...»
Η Ματιά από το Μπαρ
Κούνησα το κεφάλι μου με μια καλοκουρδισμένη, πληρωμένη θλίψη και ήπια άλλη μια γουλιά από το νερωμένο μου ποτό. Ο Μπάμπης συνέχισε το βιολί του για ώρες, αναλύοντας κάθε μικρή αναποδιά της καθημερινότητάς του σαν να ήταν το τέλος του κόσμου.
Όταν σηκώθηκα για να πάω στην τουαλέτα, πέρασα από το μπαρ. Ο μπάρμαν, ο Νίκος, που τα είχε δει όλα με το μάτι του έμπειρου παρατηρητή, μου έκλεισε το μάτι καθώς σκούπιζε ένα ποτήρι.
— Νίκος (χαμηλόφωνα): «Του άλλαξες τα φώτα πάλι του υφασματά, ε; Τρία μπουκάλια άνοιξε. Το αφεντικό τρίβει τα χέρια του. Πάρε του και τα κλειδιά της Μερσεντές, αν μπορείς.»
— Εγώ (με ένα πικρό χαμόγελο): «Άσε με, Νίκο. Μου έχει πρηστεί το κεφάλι από την γκρίνια του. Αν δεν είχα το νοίκι, θα είχα φύγει τρέχοντας.»
— Εγώ (με ένα πικρό χαμόγελο): «Άσε με, Νίκο. Μου έχει πρηστεί το κεφάλι από την γκρίνια του. Αν δεν είχα το νοίκι, θα είχα φύγει τρέχοντας.»
Το Τέλος της Βραδιάς και το Αύριο
Όταν πια το πρώτο, χλωμό φως της αυγής άρχισε να τρυπάει τις βαριές κουρτίνες του καμπαρέ, ο Μπάμπης σηκώθηκε βαριά. Μου έσφιγγε το χέρι για ώρα, κοιτάζοντας με με ένα βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη και ενοχή. Άφησε ένα τελευταίο, γενναιόδωρο πουρμπουάρ πάνω στο λεκιασμένο τραπέζι και βγήκε στην κρύα πόλη. Έφευγε ελαφρύτερος από λεφτά, αλλά φορτωμένος με την ίδια ακριβώς, ανίατη μοναξιά.
Έμεινα μόνη στο τραπέζι. Ίσιωσα το στενό μου φόρεμα, έβγαλα τις γόβες που είχαν πληγιάσει τα πόδια μου και άρχισα να μαζεύω τα χαρτονομίσματα από το τραπέζι και μέσα από το στήθος μου.
Τα άπλωσα μπροστά μου και άρχισα να τα μετράω. Ήταν πολλά. Περισσότερα από όσα έβγαζε μια κανονική υπάλληλος σε έναν μήνα.
Κοίταξα τα λεφτά και ένιωσα ένα κόμπο στον λαιμό. Μέχρι πότε θα άντεχα να πουλάω το σώμα μου και την υπομονή μου για να πληρώνω ένα νοίκι; Τα λεφτά του Μπάμπη ήταν η επιβίωσή μου για τον επόμενο μήνα, αλλά ταυτόχρονα ήταν και η φυλακή μου. Όσο τα μάζευα, σκεφτόμουν το μέλλον μου. Δεν ήθελα να γεράσω σε αυτά τα κόκκινα φώτα, να γίνω σαν τις παλιές κοπέλες του μαγαζιού που δεν είχαν πού αλλού να πάνε.
Ήθελα να μαζέψω αρκετά για να ανοίξω κάτι δικό μου, να φύγω μακριά από τη νύχτα, να μην χρειάζεται να με αγγίζουν ιδρωμένα χέρια εμπόρων που εξαγοράζουν τη μοναξιά τους. Στη νύχτα, η μιζέρια του ενός γίνεται η επιβίωση του άλλου, αλλά καθώς έβαζα τα λεφτά στην τσάντα μου, υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως αυτή η νύχτα δεν θα με κρατούσε για πάντα.
Το μεσημέρι με βρήκε να ξυπνάω από έναν βαρύ, ανήσυχο ύπνο. Άνοιξα τα μάτια μου στο μικρό μου δυαράκι, εκεί όπου οι τοίχοι δεν είχαν κόκκινα φώτα και η μουσική του καμπαρέ είχε δώσει τη θέση της στον ήχο των αυτοκινήτων από τον δρόμο.
Η μέρα μου ξεκινούσε πάντα έτσι: με μια παράξενη αποχαύνωση και τη γεύση του τσιγάρου ακόμα στο στόμα.
Η Μεταμόρφωση της Ημέρας
- Το Ξέπλυμα: Στο μπάνιο, έτριψα το πρόσωπό μου με μανία. Ήθελα να διώξω τη βαριά μάσκαρα, τα glitter και, κυρίως, τη μυρωδιά του Μπάμπη —εκείνο το κράμα φτηνής κολόνιας και ιδρώτα που ένιωθα λες και είχε ποτίσει στους πόρους μου.
- Η Πραγματικότητα: Φόρεσα μια ξεχειλωμένη, γκρι φόρμα και ένα παλιό φούτερ. Καμία σχέση με τη γυναίκα με το σατέν φόρεμα, το βαθύ ντεκολτέ και το προκλητικό σκίσιμο που έβλεπε η νύχτα. Εδώ ήμουν απλά η Στέλλα.
Η Καταμέτρηση και οι Λογαριασμοί
Κάθισα στην κουζίνα με μια κούπα σκέτο καφέ. Έβγαλα από την τσάντα μου το τσαλακωμένο μάτσο με τα λεφτά της κονσομασιόν και τα άπλωσα πάνω στο πλαστικό τραπεζομάντιλο, δίπλα στους απλήρωτους λογαριασμούς.
- Το Ενοίκιο: Ξεχώρισα τα πρώτα χαρτονομίσματα. Αυτά πήγαιναν στον ιδιοκτήτη, που κάθε πρώτη του μήνα περίμενε στην είσοδο σαν γεράκι.
- Το Ρεύμα: Έβαλα στην άκρη το ποσό για τη ΔΕΗ. Θυμήθηκα τον Μπάμπη που έκλαιγε χθες για το δικό του ρεύμα στο μαγαζί. Εκείνος είχε Μερσεντές, εγώ αν δεν πλήρωνα, θα άναβα κεριά.
- Το Πλεόνασμα: Κοίταξα αυτά που απέμειναν. Ήταν το «εισιτήριο» για την ελευθερία μου. Τα έβαλα σε έναν κίτρινο φάκελο, κρυμμένο πίσω από τα βιβλία στη βιβλιοθήκη. Το δικό μου κρυφό κεφάλαιο για να ανοίξω κάποτε εκείνο το μικρό μαγαζί αισθητικής που ονειρευόμουν.
Η Μοναξιά της Ημέρας
Η καθημερινότητά μου μακριά από το καμπαρέ είχε μια περίεργη ησυχία, σχεδόν βίαιη. Στο σούπερ μάρκετ, κανείς δεν με κοιτούσε στα μπούτια ή στο στήθος. Ήμουν αόρατη, μια κοπέλα της σειράς που μετρούσε τα ρέστα της στο ταμείο.
Σκέφτηκα τον Μπάμπη. Τέτοια ώρα θα ήταν στο δικό του μαγαζί, μέσα στα τόπια με τα υφάσματα, ίσως να μάλωνε με κάποιον πελάτη ή να έτρεμε την εφορία, περιμένοντας να νυχτώσει για να έρθει ξανά να μου αγοράσει λίγη σημασία.
Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο το γκρίζο απόγευμα, ένιωσα μια παράξενη μοναξιά. Στο καμπαρέ με περίμεναν όλοι —το αφεντικό, ο μπάρμαν, οι πελάτες με τα γεμάτα πορτοφόλια. Εδώ, στο σπίτι μου, δεν με περίμενε κανείς. Κοίταξα το ρολόι. Η ώρα πλησίαζε εννέα. Σε λίγο έπρεπε να βγάλω τη φόρμα, να φορέσω ξανά το σκισμένο μαύρο σατέν και να γίνω αυτή που είχαν ανάγκη να δουν. Η νύχτα με καλούσε πίσω, κι εγώ ως Στέλλα χρειαζόμουν ακόμα τα λεφτά της.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου