Ποίημα: Ηδονή, Προδοσία και η Απόλυτη Επιλογή στα Χωράφια της Μοναξιάς
Ποίημα: Ηδονή, Προδοσία και η Απόλυτη Επιλογή στα Χωράφια της Μοναξιάς
Μέσα στα ξένα χωράφια, εκεί που η γη βουβά κοιτάζει,
έχασε ο ήλιος το φως του και η νύχτα με σκεπάζει.
Μου πήρε την αξιοπρέπεια, σαν σκόνη στον αέρα,
κι αφέθηκα στο κρύο να μετρώ την κάθε μέρα.
Μάχομαι μέσα στο σώμα, τη δική μου την αλήθεια,
έγινα από άντρας γυναικά, κόντρα σε παραμύθια.
Και συ με έκανες να δω, να νιώσω, να πιστέψω,
πως την επιλογή αυτή ποτέ δεν θα μετρέψω.
Ήταν η πιο σωστή στιγμή, η πιο τρανή μου ορίζουσα,
μες στις δικές σου τις βραδιές, τη σάρκα μου φωτίζουσα.
Γιατί οι ηδόνες που μου έδωσες, βαθιές, αξεπέραστες,
μπροστά τους μοιάζουν οι ζωές των άλλων όλες άδειες.
Μ' άφησε μόνο με το εσώρουχο, γυμνό μπροστά στον χρόνο,
να νιώθω την ανάσα του, να προσπερνώ τον πόνο.
Κι ας με έφτυσες στο τέλος, κι ας με παράτησες εκεί,
μες στα ξερά χωράφια, σα να ήμουν μια πληγή.
Εδώ γυμνή ξεχάστηκα, στο χώμα να προσμένω,
με το βλέμμα καρφωμένο στο σκοτάδι το χαμένο.
Περιμένω να φανείς, να 'ρθεις ξανά κοντά μου,
να γευτώ άλλη μια φορά τη χαρά στα σωθικά μου..
.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου